Τελικά οι θεσμοί θέλουν να βγει η Ελλάδα από την κρίση;»

Τελικά οι θεσμοί θέλουν να βγει η Ελλάδα από την κρίση;»

Από το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα το 2010 έως σήμερα, κάθε φορά που είναι να κλείσει η αξιολόγηση του προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής, ανεξαρτήτως κυβέρνησης και πρωτοσταντούντος κόμματος που έχει αναλάβει τη διαπραγμάτευση μπαίνουν στο τραπέζι συζήτησης κι άλλα ζητήματα που έως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τεθεί, καθυστερώντας σημαντικά τη συμφωνία.

Επίσης, κάθε φορά που βρισκόμαστε σ” αυτό το κρίσιμο σημείο, ξαφνικά αλλάζουν οι ρόλοι των θεσμών. Πότε το ρόλο του κακού αναλαμβάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το ρόλο του καλού οι Ευρωπαίοι εταίροι (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) και πότε αντίστροφα. Ποια είναι, ωστόσο, η πρόοδος που έχει σημειωθεί όλα αυτά τα χρόνια; Όλες αυτές οι συμφωνίες με τους θεσμούς σε τεχνικό και πολιτικό επίπεδο πως έχουν μεταφραστεί σε πολιτικές και αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία;

Η μεγαλύτερη σαρωτική αλλαγή έχει συντελεστεί στην αγορά εργασίας, με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με το πρόσχημα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και την ενθάρρυνση της ανάπτυξης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους. Ούτε, όμως, η ανταγωνιστικότητα έχει ενισχυθεί, ούτε η ανάπτυξη έχει ενθαρρυνθεί. Αυτό που επιτεύχθηκε είναι υπό τις νεοφιλελεύθερες αυτές δοξασίες να έχει υποβαθμιστεί η πλήρης και σταθερή απασχόληση υπέρ των ευέλικτων μορφών εργασίας με περιορισμένες αμοιβές και δικαιώματα, να έχει αποδιαρθρωθεί το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και του τρόπου καθορισμού των αποδοχών και να έχουν ελαστικοποιηθεί ο χρόνος εργασίας και οι όροι προστασίας από τις απολύσεις. Με άλλα λόγια, στην αγορά εργασίας έχει δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα αποκεντρωμένων συλλογικών διαπραγματεύσεων με ελάχιστη προστασία.

Η επόμενη μεγάλη αλλαγή έχει συντελεστεί στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπου εγκαταλείφθηκε οποιαδήποτε συζήτηση για την αποκατάσταση του διανεμητικού του χαρακτήρα και το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για να αυξηθούν τα συνταξιοδοτικά όρια ηλικίας, να επιμηκυνθεί ο χρόνος ασφάλισης και να μειωθούν οι παροχές. Χωρίς, ωστόσο, να δοθεί η δέουσα προσοχή στην αλματώδη αύξηση της ανεργίας που επιδρά στη συρρίκνωση της απασχόλησης, με αποτέλεσμα ο μικρότερος αριθμός εργαζομένων να οδηγεί στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Σήμερα, οι εργαζόμενοι πληρώνουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων.

Όσο όμως απομακρυνόμαστε από τον στόχο της αναδιανομής διαμέσου της κοινωνικής ασφάλισης, τόσο απομακρυνόμαστε και απο τις θεμελιώδεις αρχές της. Δηλαδή την αρχή της αλληλεγγύης των γενεών και την αρχή της επιχορήγησης και κοινωνικής προστασίας των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Διότι, εύλογα τίθεται το ερώτημα πως θα ανταποκριθούν οι επόμενες γενιές εργαζομένων για να καλύψουν τις συντάξεις όλο και περισσότερων συνταξιούχων; Οι ασκούμενες πολιτικές που είχαν τη σφραγίδα των θεσμών και που βασίστηκαν σε διάφορες τεχνικές μελέτες, τα συμπεράσματα των οποίων ήταν κατά καιρούς αντικρουόμενα, οδήγησαν στη φτωχοποίηση του σημερινού συνταξιοδοτικού πληθυσμού. Μέσα από τις περικοπές στις συντάξεις (κύριες, επικουρικές, μερίσματα), την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος για το εφάπαξ και τις επικουρικές και την καταδίκη των μελλοντικών συνταξιούχων. Βεβαίως, μεγάλη ευθύνη σ” αυτή την εξέλιξη έχει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς άμεσως μετά την εκλογή της το 2015, αρνήθηκε να εφαρμόσει τη μεταρρύθμιση που προβλεπόταν. Με αποτέλεσμα, όταν κλήθηκε να προχωρήσει στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος, οι συνθήκες να έχουν χειροτερεύσει οικονομικά και να πρέπει να παρθούν κι άλλα μέτρα.

Υπήρξαν και θετικά αποτελέσματα. Καταφέραμε μια εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή, με το πρωτογενές έλλειμμα από το 10,2% του ΑΕΠ το 2009 να μετατρέπεται μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια σε πρωτογενές πλεόνασμα ίσο με 0,8% του ΑΕΠ. Καταφέραμε επίσης, να μετατρέψουμε το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 14,5% του ΑΕΠ το 2008 σε πλεόνασμα ύψους 0,6% του ΑΕΠ το 2013. Σημαντικά επιτεύγματα για μια οικονομία που βρίσκεται βυθισμένη στην ύφεση. Ωσόσο, το κοινωνικό κόστος αυτών των επιτευγμάτων ήταν δυσβάσταχτο.

Η ανεργία εκτοξεύθηκε από το 7% στο 26% μέσα σε έξι χρόνια, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνώθηκε και μαζί του η αγροαστική δύναμη, η κατανάλωση και ο τζίρος. Μεταξύ 2009 και 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΕΕ έκλεισαν περίπου 390.000 επιχειρήσεις και χάθηκαν περισσότερες από 800.000 θέσεις εργασίας. Υπήρξε τετάστια επιδείνωση των βιοτικών συνθηκών του πληθυσμού και η μεσαία τάξη τέθηκε στο στόχαστρο ως η υπεύθυνη για τον οικονομικό εκτροχιασμό της χώρας και την ηθική έκπτωση της κοινωνίας. Κι ενώ έγιναν όλες αυτές οι θυσίες από τον Ελληνικό λαό και, τουλάχιστον, μέχρι το 2015, η Ελλάδα κατατασσόταν από τον ΟΟΣΑ πρώτη ως προς τον βαθμό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων στις σχετικές εκθέσεις του, και με βάση τον δείκτη Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας είχε θεαματική βελτίωση σε όλους τους τομείς, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται εντός κρίσης και εντός επιτήρησης.

Τελικά, οι Θεσμοί θέλουν να βγει η Ελλάδα από την κρίση; Μήπως, εν τέλει, επιθυμούν να είναι το κακό παράδειγμα της Ευρώπης και να είναι μονίμως μια εξαρτημένη χώρα; Διότι από την επιτυχία των πολιτικών του ΠΑΣΟΚ, την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ και τη συμπερίληψή της ανάμεσα στις χώρες του κέντρου, η Ελλάδα βρέθηκε πάλι στην περιφέρεια και μάλιστα απομονωμένη υπό την απειλή της εξόδου από το κοινό νόμισμα. Ακόμη και στο κρίσιμο θέμα της διαχείρισης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, δεν της έχει παρασχεθεί η ανάλογη βοήθεια, ενώ η πατρίδα μας έχει επιδείξει περίσσια αλληλεγγύη. Η απάντηση σ” αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολη.

Όμως, ακόμη, κι αν η ευθύνη για την κατάσταση που βιώνει σήμερα ο Ελληνικός λαός εναπόκειται αποκλειστικά στο πολιτικό μας σύστημα και την αδυναμία του να συνεννοηθεί, μήπως έχει φτάσει το μομέντουμ για εθνική συνεννόηση και κοινή γραμμή εξόδου από την κρίση;

comments powered by Disqus