Διαβούλευση για τις άδειες ψηφιακού ραδιοφώνου – Σε αφανισμό ΟΔΗΓΟΥΝ τους επαρχιακούς σταθμούς της χώρας

Διαβούλευση για τις άδειες ψηφιακού ραδιοφώνου – Σε αφανισμό ΟΔΗΓΟΥΝ τους επαρχιακούς σταθμούς της χώρας

Η νέα προσπάθεια της κυβέρνησης να προχωρήσει σε διαδικασία αδειοδότησης των ραδιοφωνικών σταθμών, και μάλιστα να προχωρήσει στην αδειοδότηση ραδιοφωνικών σταθμών ψηφιακής εκπομπής, είναι η νεότερη από μια σειρά αποτυχημένων, άστοχων προσπαθειών «ρύθμισης» του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας. Είναι μια απαράδεκτη προσπάθεια να αποκτήσει το κράτος τον πλήρη έλεγχο του ραδιοφωνικού τοπίου για λογαριασμό κάποιων ισχυρών συμφερόντων που κατά τα άλλα «καταπολεμά» η τωρινή κυβέρνηση, και να αποκλείσει μικρούς σταθμούς και σταθμούς που δεν σχετίζονται με κάποιο μεγάλο οικονομικό ή πολιτικό συμφέρον, από το ραδιοφωνικό χάρτη. Είναι ένα φασιστικό, άκρως αντιδημοκρατικό σχέδιο που ακολουθεί θαυμάσια στα προηγούμενα βήματα εκάστοτε κυβερνήσεων στην «ρύθμιση» του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου.Είναι καταρχήν λανθασμένη και άστοχη η προσπάθεια να προχωρήσει η Ελλάδα σε «ψηφιακή μετάβαση» στο ραδιόφωνο. Ακόμα και σε χώρες όπου λειτουργεί για περισσότερο από μια δεκαετία το ψηφιακό ραδιόφωνο, η διείσδυση του DAB παραμένει σε χαμηλά επίπεδα: 3% στην Ολλανδία, 12% στη Γαλλία, 15.4% στη Γερμανία, 13% στην Αυστρία, 17% στην Ιρλανδία, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία (https://www.worlddab.org/country-information/). Και αυτό σε χώρες όπου, κατά πλειοψηφία, οι οικονομικές συνθήκες του μέσου νοικοκυριού είναι σε καλύτερη κατάσταση από ότι στην Ελλάδα της κρίσης, μια κρίση που συνεχίζεται παρά τα παχιά λόγια της τωρινής κυβέρνησης και παρά τις -ξεχασμένες πλέον- προεκλογικές υποσχέσεις. Αυτό επίσης σε χώρες όπου οι γεωμορφολογία του εδάφους και οι συνθήκες κάλυψης είναι κατά πολύ ευνοϊκότερες από μια ορεινή και νησιώτικη χώρα όπως η Ελλάδα.

Το ψηφιακό ραδιόφωνο έχει μηδενική διείσδυση στο κοινό στην Ελλάδα, υπάρχουν ελάχιστοι δέκτες στην αγορά, και είναι εξαιρετικά άδικο και παράλογο να ζητηθεί από το κοινό να αγοράσουν καινούριους δέκτες εν μέσω οικονομικής κρίσης, και μάλιστα για ένα μέσο που δεν θεωρείται εξίσου «σημαντικό» όσο το διαδίκτυο και η τηλεόραση και όπου το όφελος της ψηφιακής μετάβασης είναι μικρότερο σε σχέση με την τηλεόραση, όπου η διαφορά στην ποιότητα της μεταδιδόμενης εικόνας, τουλάχιστον για τους περισσότερους σταθμούς, ήταν εμφανέστατη.Είναι επίσης εξαιρετικά απαράδεκτο και παράλογο να απαιτείται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς που θα λάβουν άδεια ψηφιακής μετάδοσης να είναι έτοιμη εντός 6μηνου να εκπέμψουν, τη στιγμή που ο ραδιοφωνικός κλάδος πλήττεται και αυτό από την οικονομική κρίση και από την κρίση στην διαφημιστική αγορά. Είναι ακόμα πιο άδικο να ζητηθεί από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, και ιδίως ραδιοφωνικούς σταθμούς της επαρχίας, να πληρώσουν μηνιαίο ενοίκιο για το δικαίωμα να μεταδίδεται το σήμα τους ψηφιακά, μέσω κάποιου παρόχου. Είναι μέγιστη η υποκρισία της τωρινής κυβέρνησης να λέει πως θα «τσακίσει» τους ολιγάρχες και πως δεν θα επαναλάβει την «αδικία» της αδειοδότησης της DIGEA για την μετάδοση και την διαχείριση του δικτύου ψηφιακής τηλεόρασης, και τώρα να προτείνει ακριβώς το ίδιο πράγμα για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς.Στην τηλεοπτική αγορά, το υψηλό «τίμημα» που αναγκάζονται να πληρώσουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί έχει οδηγήσει δεκάδες τηλεοπτικούς σταθμούς σε κλείσιμο ή σε αφανισμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι σταθμοί όπως το Κύδων TV της Κρήτης, το Omega TV Δωδεκανήσου, τα δύο τηλεοπτικά κανάλια του νομού Αργολίδας (Max TV και DR TV), το μοναδικό τηλεοπτικό κανάλι του νομού Λακωνίας (Ελλάδα TV), και πολλοί άλλοι ανά την επικράτεια. Άλλοι σταθμοί, για να περιορίσουν το κόστος ενοικίου, μεταδίδουν το σήμα τους με χαμηλό bitrate, με αποτέλεσμα το «πεντακάθαρο» ψηφιακό τους σήμα να είναι… χειρότερο από το αναλογικό σήμα που μετέδιδαν κάποτε. Εν το μεταξύ, η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου ο αριθμός των τηλεοπτικών καναλιών… μειώθηκε μετά την ψηφιακή μετάβαση.

Κάτι παρόμοιο ενδέχεται να συμβεί με το εν λόγω νόμο περί μετάβασης στο ψηφιακό ραδιόφωνο.Μάλιστα, άλλη μια αδικία που μεταφέρεται από τον τηλεοπτικό τομέα στον ραδιοφωνικό είναι ο ορισμός περιφερειακών αλλά όχι τοπικών αδειών. Στο τηλεοπτικό τοπίο, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από το μεγάλο αριθμό τοπικών καναλιών που μέσα σε μια νύχτα έγιναν όλοι περιφερειακοί (και που πρέπει να πληρώνουν το αντίστοιχο τίμημα στην «κακή» DIGEA για την μετάδοση του σήματος τους σε όλη την περιφέρεια κάλυψης τους) σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κλείσιμο αρκετών τηλεοπτικών επιχειρήσεων. Κάτι αντίστοιχο ενδέχεται να συμβεί και στο ψηφιακό ραδιόφωνο, όπου ένας σταθμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης, ενός νησιού, μιας κοινότητας, κλπ. ξαφνικά θα πρέπει να καλύψει ολόκληρη περιφέρεια και να πληρώσει το αντίστοιχο τίμημα.Ο ορισμός περιφερειακών αλλά όχι τοπικών αδειών επίσης πάει ενάντια στην παγκόσμια τάση, όπου αναπτύσσεται ραγδαία η τοπική ραδιοφωνία, τόσο σε αναλογικό, όσο και σε ψηφιακό επίπεδο. Στις ΗΠΑ ολοκληρώθηκε πρόσφατα (το 2014) διαδικασία αδειοδότησης σταθμών χαμηλής ισχύος (low-power FM ή LPFM) σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες και κοινωνικές ομάδες, και μάλιστα η αδειοδότηση αφορούσε αναλογική μετάδοση, αν και με την αναλογική άδεια τους οι αδειοδοτημένοι σταθμοί έχουν το δικαίωμα (αλλά όχι την υποχρέωση) να μεταδώσουν το επίγειο σήμα τους και ψηφιακά, χρησιμοποιώντας το σύστημα HD Radio που έχει καθιερωθεί στις ΗΠΑ αντί για την τεχνολογία DAB. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπέμπουν ραδιοφωνικοί σταθμοί ψηφιακά και σε τοπικό επίπεδο. Στην Ελλάδα αντιθέτως, δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη ούτε για το αναλογικό ραδιόφωνο, τη στιγμή που ακόμα και σε χώρες όπως την Νιγηρία υπάρχουν αδειοδοτημένοι σταθμοί low-power FM/community radio.

Αυτά από μια κυβέρνηση που υποτίθεται πως στηρίζει τις κοινωνικές ομάδες και τα αδύναμα στρώματα και «καταπολεμά» τους «ολιγάρχες».Επίσης, η διαδικασία της δημοπρασίας των αδειών επίσης θα οδηγήσει πολλούς μικρούς και επαρχιακούς σταθμούς σε αφανισμό, κάτι που σίγουρα ευνοεί τους «μεγάλους» σταθμούς του κέντρου και των ολιγαρχών που κατά τα άλλα «καταπολεμά» η τωρινή κυβέρνηση. Στην πρόσφατη αδειοδότηση LPFM στις «πλούσιες» ΗΠΑ, οι ενδιαφερόμενοι σταθμοί δεν υποχρεώθηκαν να υποβάλλουν κανένα παράβολο για την άδεια τους, ούτε να συμμετέχουν σε δημοπράτηση των αδειών, ούτε να πληρώσουν για το δικαίωμα χρήσης συχνότητας.Και όλα αυτά, ενώ το προτεινόμενο νομικό πλαίσιο δεν αναφέρει τίποτα για το αναλογικό ραδιόφωνο και το μέλλον του και αφήνει «στον αέρα» εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς που εκπέμπουν αυτή τη στιγμή, πολλούς άλλους ενδιαφερόμενους που θα ήθελαν να αποκτήσουν έστω και αναλογική άδεια, και πολλούς σταθμούς που κατά καιρούς, από το 2001 στην Αττική και μετά, έχουν αδικηθεί και έχουν φιμωθεί από το εντελώς άδικο και παράλογο «νομικό πλαίσιο» (με τα εισαγωγικά να είναι απαραίτητα) του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου.Το νομοσχέδιο δεν περιέχει καμία πρόβλεψη για σταθμούς τοπικής/μικρής εμβέλειας, για αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα, για πανεπιστημιακούς σταθμούς και για σταθμούς εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Αυτό είναι άδικο και πάει ενάντια στις νομοθετικές τάσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
Επίσης, το νομοσχέδιο προτείνει τη συνέχιση άλλης μιας κατάφωρης αδικίας: ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «ενημερωτικούς» και «μη ενημερωτικούς» σταθμούς. Πουθενά αλλού στον κόσμο και ιδιαίτερα στις δυτικές χώρες δεν υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός στην ραδιοτηλεοπτική αδειοδότηση. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, δεν υπάρχει κανένας απολύτως διαχωρισμός και οι αδειοδοτημένοι σταθμοί, ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί, είναι ελεύθεροι να μεταδώσουν ό,τι είδος προγράμματος επιθυμούν.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι σταθμοί, με την άδεια τους, υπογράφουν την συμφωνία Promise of Performance (PoP) όπου δεσμεύονται να μεταδώσουν το είδος προγράμματος για το οποίο έχουν αδειοδοτηθεί – αλλά εκεί ο διαχωρισμός δεν αφορά ενημερωτικούς και μη ενημερωτικούς σταθμούς, ενώ οι σταθμοί έχουν το δικαίωμα, εφόσον μελλοντικά επιθυμούν να αλλάξουν φυσιογνωμία προγράμματος (ακόμα και το είδος μουσικής που μεταδίδουν) να το κάνουν με νέα πρόταση PoP στην ανεξάρτητη αρχή και κατόπιν έγκρισης της αρχής.Αντιθέτως, στην Ελλάδα, η τωρινή κυβέρνηση, παρά τα μεγάλα λόγια της για δήθεν καταπολέμηση των ολιγαρχών, διατηρεί το νόμο της προηγούμενης κυβέρνησης που ψηφίστηκε μέσα σε μια νύχτα τον Αύγουστο του 2013, που επιτρέπει την αλλαγή φυσιογνωμίας από ενημερωτικό σε μη ενημερωτικό σταθμό αλλά απαγορεύει στους σταθμούς να αλλάξουν φυσιογνωμία, από μη ενημερωτικό σε ενημερωτικό πρόγραμμα. Αυτό έχει δημιουργήσει μια κλειστή αγορά «ενημέρωσης» όπου δεν μπορούν να μπουν νέοι παίχτες, και αυτό το νομοσχέδιο διατηρεί αυτό το κατάφωρα αντιδημοκρατικό διαχωρισμό, ενάντια σε κάθε αρχή της δημοκρατίας, της ισονομίας και της πολυφωνίας.Μάλιστα, η τωρινή κυβέρνηση και το ΕΣΡ θρασύτατα αγνοούν διάφορες περιπτώσεις όπου σταθμοί, όπως παρακλάδια του κομματικού ραδιοσταθμού του ΣΥΡΙΖΑ «Στο Κόκκινο» στη Θεσσαλονίκη και στην επαρχία, έχουν βεβαίωση νομίμου λειτουργίας (ΒΝΛ) που ορίζει την φυσιογνωμία του προγράμματος τους ως «μη ενημερωτικό» αλλά μεταδίδουν ενημερωτικό πρόγραμμα!

Το ίδιο συμβαίνει με το φιλικό προς την κυβέρνηση Ραδιόφωνο 24/7 στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, και Πάτρα, πάλι χωρίς να αντιδράσει η κυβέρνηση και το ΕΣΡ που τώρα καλείται να «βάλει σε τάξη» το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο!Επιπλέον, η τωρινή κυβέρνηση φαίνεται να… καταπολεμά τους «ολιγάρχες», δίνοντας σ’αυτούς το δικαίωμα να μεταδίδονται οι ραδιοφωνικοί τους σταθμοί σε πανελλαδική βάση. Αυτό είναι ένα αχρείαστο «δώρο» στους «ολιγάρχες» που θα πιέσει ακόμα περισσότερο τις επαρχιακές ραδιοφωνικές επιχειρήσεις και θα οδηγήσει πολλές από αυτές σε κλείσιμο και αφανισμό, ενώ η κεντρική προπαγάνδα των ολιγαρχών θα μεταδίδεται σε πανεθνική βάση. Αυτό επίσης πάει ενάντια στην πολυφωνία, ιδίως όταν υπάρχει (και επίσης διατηρείται) το δικαίωμα δικτύωσης. Υπάρχουν πολλές δυτικές χώρες, όπως η Γερμανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς, όπου δεν υπάρχουν πανεθνικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί. Ούτε φυσικά υπάρχει ευνοϊκή νομοθετική μεταχείριση προς τους «ενημερωτικούς» σταθμούς.

Είναι επίσης άδικο να προχωράει διαγωνισμός και ενδεχόμενη πλήρη μετάβαση του ραδιοφώνου σε μια τεχνολογία που δεν έχει καθιερωθεί στις περισσότερες χώρες του κόσμου και για την οποία επίσης οι περισσότερες χώρες δεν έχουν ορίσει μέχρι στιγμής «switch-off», δηλαδή ημερομηνία πλήρης κατάργησης της αναλογικής μετάδοσης και μετάβασης σε αποκλειστικά ψηφιακό ραδιοφωνικό τοπίο. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ακόμα και σήμερα χορηγούνται άδειες, κυρίως σε ραδιοφωνικούς σταθμούς που εκπέμπουν στα μεσαία και θέλουν να αποκτήσουν συχνότητα στην μπάντα των FM. Στην Ιταλία, αδειοδοτούνται ακόμα και συχνότητες για αναλογική μετάδοση στα μεσαία.Στην Ελλάδα, δεν έχει αποκατασταθεί ποτέ η κατάφωρη αδικία του 2001, όταν μέσα σε μια νύχτα η τότε κυβέρνηση έκλεισε 66 ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, που υποτίθεται πως θα προκαλούσαν «παρεμβολές» στις συχνότητες της αεροναυτιλίας.
Για κάποιο περίεργο λόγο όμως, οι 20 σταθμοί που αρκετά είχαν προβλεφτεί, έγιναν 28, μετά 35, και τώρα είναι πάνω από 40 (μεταξύ των οποίων και ο κομματικός σταθμός του ΣΥΡΙΖΑ «Στο Κόκκινο»), χωρίς να έχει πέσει κάποιο αεροπλάνο. Στη Θεσσαλονίκη όπου μας έλεγαν οι «αρχές» πως θα πέσουν τα αεροπλάνα αν εκπέμπουν περισσότεροι από 27-28 ιδιωτικοί σταθμοί, εκπέμπουν σήμερα περίπου 60 χωρίς κάποιο… αεροπορικό ατύχημα. Στη Ρώμη, όπου λειτουργούν δύο επιβατικά αεροδρόμια, εκπέμπουν νόμιμα 90 συχνότητες στα (αναλογικά) FM. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου επίσης υπάρχουν σε λειτουργία δύο επιβατικά αεροδρόμια, εκπέμπουν νόμιμα 102 αναλογικές συχνότητες στα FM, οι περισσότερες με απόσταση 0.2 mHz μεταξύ τους χωρίς να υπάρχουν αλληλοπαρεμβολές μεταξύ τους.Αντιθέτως, ο τελευταίος αναλογικός χάρτης συχνοτήτων που έχει δημοσιευθεί, αυτός του 2008, προβλέπει μόνο 40 σταθμούς για την Αττική και 28 για τη Θεσσαλονίκη, «ξεχνάει» ολόκληρα νησιά (που δεν καλύπτονται από αλλού, με εξαίρεση την… Τουρκία) και άλλες παραμεθόριες περιοχές, και δίνει περισσότερες άδειες σε ένα νησί 3.000 κατοίκων (Κάρπαθος) παρά στο… νομό Μαγνησίας. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις προβλέπεται η αδειοδότηση σταθμών στην ίδια ή ακριβώς διπλανή συχνότητα σε γειτονικούς νομούς, όπου δεν υπάρχει κάποιο φυσικό εμπόδιο που να εμποδίζει τα σήματα των δύο σταθμών να περνούν στο άλλο νομό.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι «υψηλές» συχνότητες των FM (συνήθως από τους 102-108 mHz) δεν προβλέπονται για αδειοδότηση, με το πρόσχημα ότι είναι κοντά στην μπάντα της αεροναυτιλίας, που ξεκινάει από τους 108 mHz. Αυτό είναι ένα ψέμα, και αποδεικνύεται από το γεγονός πως σε όλες τις δυτικές χώρες και όχι μόνο, προβλέπονται νόμιμες εκπομπές και μάλιστα με μεγάλη ισχύ, μέχρι τους 107.9-108.0 mHz. Στη Βοστόνη, για παράδειγμα, εκπέμπει σταθμός με ισχύ 50 kilowatt στη συχνότητα 107.9 από κεραία λιγότερο από δύο χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο της πόλης. Στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη εκπέμπουν σταθμοί μέχρι τους 108 mHz δίχως πρόβλημα. Εγώ είμαι ο διευθυντής και συνιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού μικρής εμβέλειας στις ΗΠΑ που αδειοδοτήθηκε το 2014 για τη συχνότητα 105.9 FM. Μήπως και εγώ βάζω τις πτήσεις (υπάρχει αεροδιάδρομος πάνω από την περιοχή κάλυψη μας) σε κίνδυνο; Ή μήπως είναι εντελώς άσχετο το Αμερικανικό FCC; Στην Ελλάδα, δεν φαίνεται να έχει γίνει η παραμικρή προσπάθεια διόρθωσης αυτών των λαθών (;) ενώ είναι αβέβαιο αν η τωρινή κυβέρνηση έχει καν σκοπό να δώσει άδειες για αναλογική ραδιοφωνική μετάδοση στα FM, όπως οφείλει.Αναφορικά πάλι με το ψηφιακό ραδιόφωνο, αντί για άδειες σε περιφερειακό επίπεδο, θα μπορούσαν να δοθούν ανά περιοχή κάλυψης και με πρόβλεψη για σταθμούς τοπικής/μικρής εμβέλειας, όπως γίνεται στις περισσότερες χώρες. Θα μπορούσε επίσης να επιτραπεί αυτόνομη ψηφιακή ραδιοφωνική εκπομπή αντί να αναγκάζονται οι σταθμοί να πληρώνουν «ενοίκιο» σε κάποιον «πάροχο». Το ίδιο θα έπρεπε να γίνει και με την τηλεόραση, και γίνεται σε άλλες χώρες, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες.Θα έπρεπε επίσης να καταργηθεί δια νόμου η ευνοϊκή διάταξη που επιτρέπει την λειτουργία κομματικών σταθμών χωρίς άδεια.

Πουθενά αλλού στο κόσμο, τουλάχιστον σε δυτική, ανεπτυγμένη χώρα, δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη. Είναι εντελώς άδικη και αντιδημοκρατική και παραβιάζει την ισονομία των πολιτών απέναντι στο Νόμο.Θα έπρεπε επίσης να επιτρέπονται και να προβλέπονται gap fillers για ψηφιακή μετάδοση, σε περιοχές όπου το σήμα από το βασικό κέντρο εκπομπής δεν φτάνει ή δεν επαρκεί, ιδίως από τη στιγμή που με την ψηφιακή μετάδοση, ή έχεις καθαρό σήμα, ή δεν έχεις καθόλου λήψη. Στις ορεινές και νησιώτικες περιοχές αυτό θα είναι απολύτως αναγκαίο, όπως επίσης είναι αναγκαία, επιτέλους, η νόμιμη εκπομπή από δεύτερες ή πολλαπλές συχνότητες στα αναλογικά FM, για σταθμούς που δυσκολεύονται να καλύψουν σε όλη την περιοχή κάλυψης τους.Είναι απαράδεκτο και άδικο να προχωράει η πρόταση νόμου για το ψηφιακό ραδιόφωνο χωρίς επίσης να είναι γνωστός ο αριθμός των αδειών (κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει αριθμός παρά ένα ανώτατο όριο που σχετίζεται με την πραγματική χωρητικότητα των ψηφιακών συχνοτήτων και τρόπων μεταδόσεων -δηλαδή bitrate- και όχι ένας τεχνητά χαμηλός αριθμός για περιορισμό των αδειών και της πολυφωνίας) ή αν θα υπάρξει αναλογική αδειοδότηση (που πρέπει να υπάρξει, και που θα μπορούσε να γίνει παράλληλα με την ψηφιακή μετάδοση, ή να αποκτήσουν όσοι σταθμοί αδειοδοτηθούν αναλογικά και το δικαίωμα ψηφιακής εκπομπής, με διαγωνισμό για επιπλέον ψηφιακές άδειες εφόσον υπάρχει διαθέσιμη χωρητικότητα.Θα είναι εντελώς άδικο να καταργηθούν τα αναλογικά FM, μια τεχνολογία που έχει ακόμα ευρεία απήχηση, είναι φτηνή και εύκολη στην χρήση, δεν παρουσιάζει μεγάλα μειονεκτήματα σε σχέση με την ψηφιακή ραδιοφωνική εκπομπή, και που δεν προβλέπεται να καταργηθεί άμεσα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου.Δυστυχώς όμως, το τωρινό νομοσχέδιο συνεχίζει την ανομία και την έλλειψη δημοκρατικότητας, πολυφωνίας, και ισονομίας το ραδιοφωνικό τοπίο. Είναι ένα μεγάλο «δώρο» για τους ολιγάρχες και τους μεγαλοιδιοκτήτες, είναι ασαφές σε πολλά βασικά ζητήματα (όπως η συνέχιση της λειτουργίας των αναλογικών εκπομπών στα FM), και θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια δεκάδες ή και εκατοντάδες επαρχιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς σε οριστικό λουκέτο. Αποτελεί συνέχιση των άστοχων νομοθετικών και ρυθμιστικών «παρεμβάσεων» της κυβέρνησης, του ΕΣΡ, και της ΕΕΤΤ, όπως φάνηκε πρόσφατα με την εντελώς γελοία πρόταση του ΕΣΡ για «ενιαία κωδικοποίηση» των μηνυμάτων RDS των ραδιοφωνικών σταθμών, κάτι που δεν ισχύει σε καμία άλλη χώρα και που είναι εντελώς αχρείαστη. Δεν αναιρεί τις κατάφωρες αδικίες που υπάρχουν, όπως ο διαχωρισμός «ενημερωτικών» και «μη ενημερωτικών» σταθμών και η κλειστή «ενημερωτική» αγορά που η τωρινή νομοθεσία δημιουργεί.
Δεν προβλέπει άδειες για μη κερδοσκοπικούς και εκπαιδευτικούς φορείς, συλλογικότητες, και τοπικές οργανώσεις, ούτε εκπομπή μικρής εμβέλειας ή τοπικού επιπέδου, κάτι που προβλέπεται και υπάρχει σε κάθε άλλη δυτική χώρα (και όχι μόνο).Αυτό το νομοσχέδιο είναι εν ολίγοις άδικο και αντιδημοκρατικό και πρέπει να καταργηθεί ή να αλλάξει σημαντικά, με γνώμονα την πραγματική πολυφωνία, δημοκρατικότητα, και ισονομία και τις πραγματικές τεχνικές δυνατότητες της τεχνολογίας και του φάσματος.

Μιχάλης Νευραδάκης
Υποψήφιος Διδάκτορας, Επικοινωνίες και ΜΜΕ
Πανεπιστήμιο του Τέξας (Ώστιν, ΗΠΑ)
Γενικός διευθυντής, WCSQ 105.9 FM
Παραγωγός και παρουσιαστής, «Διάλογος» (ραδιοφωνική εκπομπή)
Ανεξάρτητος δημοσιογράφος, Mint Press News και άλλα ηλεκτρονικά μέσα

ΠΗΓΗ:opengov.gr

comments powered by Disqus